Κυριακή , 22 Απρίλιος 2018 9:16 μμ
Home / Κόσμος / Οικογένεια Ρομανώφ:Το τραγικό τέλος μιας αυτοκρατορίας & ο μοιραίος απαγορευμένος έρωτας

Οικογένεια Ρομανώφ:Το τραγικό τέλος μιας αυτοκρατορίας & ο μοιραίος απαγορευμένος έρωτας

Η εκτέλεση της οικογένειας των «Διαμαντιών» από τους Μπολσεβίκους & η άγνωστη ιστορία ενός Ρομανώφ. (Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή)

Όταν διαβάζω για τις ζωές σπουδαίων, ιστορικών αυτοκρατοριών, έχω την εντύπωση ότι πρόκειται για κάποιο παραμύθι.

Λες και κάποιος ιδιοφυής συγγραφέας έχει δημιουργήσει αυτές τις ιστορίες. Όπως αυτή της οικογένειας Ρομανώφ.

Το χρονικό της εκτέλεσής τους είναι ίσως γνωστό. Ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα στις 17 Ιουλίου του 1918, όταν ο γιατρός της βασιλικής οικογένειας , Γιουτζίν Μπότκιν, μπήκε στα δωμάτιά τους για να τους ξυπνήσει, λέγοντάς του να ετοιμαστούν γρήγορα, γιατί θα μεταφέρονταν σε μια πιο ασφαλή τοποθεσία. Οι Ρομανώφ ήταν φυλακισμένοι από τους Μπολσεβίκους από τον Μάρτιο.

Σηκώθηκαν, ετοιμάστηκαν κι οδηγήθηκαν από τους στρατιώτες  σε ένα μικρό δωμάτιο στο υπόγειο, όπου τους ζήτησαν να ποζάρουν για μία οικογενειακή φωτογραφία.

Οι κοπέλες είχαν ράψει στους κορσέδες τους τα κοσμήματα της βασιλικής οικογένειας για να τα κρύψουν από τους επαναστάτες.

Η ανησυχία και η κούραση ήταν φανερή… Οι Μπολσεβίκοι που κλήθηκαν να εκτελέσουν την αυτοκρατορική οικογένεια, εξεπλάγησαν όταν άρχισαν να πυροβολούν, καθώς τα βαρύτιμα κοσμήματα που φορούσαν μέσα από τα ρούχα τους, απέκρουαν τις σφαίρες. Οι στρατιώτες, μάλιστα, χρειάστηκε να πυροβολήσουν αρκετές φορές μέχρι να τελειώσουν την αποτρόπαια πράξη…

Ο Michel de Grece, απόγονος της οικογένειας των Ρομανώφ, συνέλλεξε τις εκμυστηρεύσεις της εγγονής του Νικολάου- που ήταν ο τελευταίος μάρτυρας κι έγραψε το βιβλίο :”Η Λευκή Νύχτα της Αγίας Πετρούπολης”. Σε αυτό σκιαγραφεί ένα μεγάλο Δούκα, της οικογένειας των Ρομανώφ, το Νικόλαο Κωνσταντίνοβιτς.

Η ζωή του ήταν κατά κάποιον τρόπο προδιαγεγραμμένη. Από τότε που ήταν μικρό παιδί… Ήταν άλλωστε ανιψιός του τσάρου… Θα πήγαινε στο στρατό, θα παντρευόταν μια πριγκίπισσα και θα καταλάμβανε υψηλά αξιώματα. Ένας κλοιός αρκετά ασφυκτικός για ένα έξυπνο, ενεργητικό, ρομαντικό κι ονειροπόλο αγόρι.

Όλα ξεκίνησαν ένα βράδυ στην όπερα... Μια συνάντηση καρμική, ανάμεσα στο Νικόλαο και μια Αμερικανίδα ελαφρών ηθών, τη Φάνι Λιρ. Γρήγορα προκύπτει ένας κεραυνοβόλος έρωτας. Εκείνος, εξαιτίας της εμπλέκεται με τους νέους επαναστάτες που ονειρεύονται να απελευθερώσουν το λαό από τον τσαρικό ζυγό. Αργότερα, κάποια πετράδια εξαφανίζονται από τα διαμερίσματα της αυτοκράτειρας.

Αρχικά, ο τσάρος Αλέξανδρος ο Β’ συγκλονίζεται με την κλοπή των διαμαντιών. Εάν όμως, δίκαζε το Νικόλαο, θα ήταν σαν να παραδεχόταν ότι υπάρχει κλέφτης ανάμεσα στους Ρομανώφ. Όταν ένας γιατρός υποστήριξε ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί τρελός ο Νικόλαος, τότε ο αυτοκράτορας ανακουφίστηκε.

Τότε ο Νικόλαος κατηγορείται και ομολογεί…Τελικά δέχεται την τιμωρία που του επιβάλλουν τρεις διαδοχικοί αυτοκράτορες – ένας εκ των οποίων και ο δεύτερος εξάδελφός του, Νικόλαος ο Β’- ο τελευταίος τσάρος της Ρωσίας.

Ο Νικόλαος Β` είχε ίσως την ψευδαίσθηση ότι ο παράνομος έρωτάς του είναι παντοτινός, όπως και η λάμψη των διαμαντιών της οικογένειάς του…

Φάνι Λιρ

Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο…

“Το πρόσωπο του αυτοκράτορος είναι σφιγμένο. Μοιάζει να έκλαιγε. Στην πόλη διαδίδεται ότι με πολύ μεγάλη θλίψη αποχωρίζεται τη μοναχοκόρη του, το πιο αγαπημένο από τα παιδιά του. Η αυτοκράτειρα, αδυνατισμένη, είναι τρομακτικά ωχρή. Φορά κρεμ σατέν τουαλέτα με μπορντούρα από ζιμπελίνα και ένα πανύψηλο διάδημα από μπριλάντια εν μέσω των οποίων απαστράπτει ένα τεράστιο ροζ διαμάντι. Διαμάντια στολίζουν και τα αφτιά, το λαιμό, τα χέρια, το κορσάζ της, ακόμη και την ουρά της τουαλέτας της, σε σημείο που η Φάνι αναρωτιέται πώς αντέχει το βάρος τους. Καταβάλλοντας υπεράνθρωποη προσπάθεια, κλίνει με χάρη το κεφάλι δεξιά και αριστερά, όμως τα σφιγμένα της χαρακτηριστικά μαρτυρούν το πόσο υποφέρει.”

 

“Ανέμελα ρίχνει στο πάπλωμα τα δύο σκουλαρίκια που η ερωμένη του τα αρπάζει κατενθουσιασμένη. Δύο στρογγυλά σμαράγδια με γύρω-γύρω διαμάντια στολίζουν άλλα δύο, σμιλευμένα σε σχήμα αχλαδιού και με υπέροχο πράσινο χρώμα, που και αυτά τα περιβάλλουν διαμάντια.  Η Φάνι χτυπάει παλαμάκια σαν παιδί και δοκιμάζει τα κοσμήματα στα αυτιά της. Δυστυχώς, δεν θα μπορεί να τα φοράει παρά μόνο κατ’ιδίαν με τον εραστή της, αφού σε δημόσιο χώρο θα τα αναγνώριζαν αυτοστιγμεί. Ο Σάβιν,, πάντα προκλητικός, διακόπτει τη σκνή: “Με το να βάλουμε ενέχυρο αυτά τα μπιχλιμπίδια, δεν πρόκειται να εξασφαλίσουμε το εκατομμύριο, που η Αυτοκρατορική Υψυλότης σάς υποσχέθηκε, στους επαναστάτε!” “Θα μπορούσα να πουλήσω τα χρυσά μου μετάλλια”, απαντά αφηρημένα ο Νικόλαος, “εκείνα ακριβώς που η αγαπημένη μου Φάνι Λιρ με εμπόδισε να εξευτελίσω”.

 “Καθώς περνά η ώρα και η κατανάλωση κονιάκ αυξάνει, η διάθεση του Νικολάου γίνεται όλο και πιο μαύρη. Για όλα φταίει η οικογένειά του, το καθεστώς, το περιβάλλων του που έχει καταλήξει να το μισεί. Οι γονείς του είναι εκείνοι που το αναγκάζουν να εξορισθεί, τον εμποδίζουν να δράσει, να πραγματώσει κάτι αντάξιό του.”

“Για να καταπολεμήσει τη μελαγχολία του εραστή της, η Φάνι του δίνει να καταλάβει ότι σήμανε η ώρα για να επιδοθούν στα συνηθισμένα τους παιχνίδια. “Κατευθείαν στο Μαρμάρινο Παλάτι”, αναφωνεί ξαφνικά ο Νικόλαος. Θέλει να παρδοθεί στο όργιο μέσα στην κατοικία των γονέων του, ακριβώς για να τους εκδικηθεί, για να σπιλωθεί με τις ερωτικές περιπτύξεις των τριών τους η οικογενειακή στέγη και να διαποτισθεί με το άρωμα της ανηθικότητας.”

 “Όταν επέρχεται ο κορεσμός των σωμάτων, μένουν γυμνοί πάνω από το δαντελένιο πάπλωμα, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Από πάνω τους είναι παραταγμένα τα πλέον βαρύτιμα εικονίσματα της Αλεξάνδρας, εικόνες του Χριστούς, της Παναγίας και των αγίων, με επιστρώσεις όπου έχουν δεθεί πολύτιμες πέτρες οι οποίες λαμπυρίζουν ακαθόριστα στο τρεμάμενο φως των χρυσών και ασημένιων καντηλιών.”

“Το ότι παραβίασε το δωμάτιο της μητέρας του και έκανε έρεωτα πάνω στο κρεβάτι της δίνει στο  Νικόλαο την ηδονική αίσθηση μιας ιεροσυλίας. Σηκώνεται με κόπο, το κεφάλι του γυρίζει. Όρθιος, πάντα γυμνός και τρεκλίζοντας, δείχνει με το δάχτυλο την εικόνα που είναι κρεμασμένη στο κέντερο του τοίχου, ακριβώς πάνω από το κρεβάτι, μια μεγάλη Παναγία με χρυσή επίστρωση και εγκολλημένα διαμάντια:”Αυτή εδώ είναι η αγαπημένη της μητέρας μου. Της τη χάρισε την ημέρα του γάμου της ο παππούς μου, ο Νικόλαος Β’.  Λέγοντας αυτά κάνει μια περιστροφή γύρω από τον εαυτό του και σωριάζεται αναίσθητος στο χαλί.”

 “Ο Νικόλαος διακρίνει κάποια αμηχανία πίσω από την εγκαρδιότητα με την οποία τον υποδέχεται ο πατέρας του. “Η μητέρα σου ήλθε να μου πει ότι έκλεψαν τα διαμάντια από την εικονα του αυτοκράτορος Νικολάου Α’. Ο Νικόλαος μένει ειλικρινά εμβρόντητος. (…) Ο Νικόλαος κατορθώνει να δείξει άκρα έκπληξη:”Μα τα διαμάντια από την εικόνα της μαμάς, πότε εξαφανίσθηκαν; Πότε το πήρε είδηση η μαμά;” Ο πατέρας του τού δίνει τις λιγοστές πληροφορίες που διαθέτει. Και οι δυο τους αναλώνονται σε εικασίες, ώσπου ο γιος αναφωνεί: “Το ίδιο έγινε και σπίτι μου. Η συλλογή με τα χρυσά νομίσματα εξαφανίσθηκε.”

“Eπιστρέφοντας στην κατοικία του, ο μέγας Δούκας Νικόλαος, διηγείται στη Φάνι στην κλοπή των διαμαντιών από την αγαπημένη εικόνα της μητέρας του. Εκείνη αναπηδά, τον κοιτάζει πανικόβλητη, προσπαθεί να αναπνεύσει όπως οι πνιγμένοι, και μετά πέφτει σε ένα είδος απάθειας. Εκείνος δεν επιμένει, αλλά φλέγεται από επιθυμία να ρωτήσει αν οι δράστες της κλοπής είναι η ίδια και ο Σάβιν. Είναι μια ιδέα που του πέρασε από το μυαλό.”

Σχετικά Σοφία Μπασκάκη

Check Also

Θρίλερ στη Νέα Σμύρνη: Αναπάντητα ερωτηματικά για το νεκρό βρέφος σε ακάλυπτο

Συνεχίζονται οι έρευνες στο σημείο όπου εντοπίστηκε χθες νεκρό ένα βρέφος στην Νέα Σμύρνη, με …