…κι εσύ Ελένη και κάθε Ελένη…

 

Σοφία εν τάξει

Γράφει η Σοφία Μπασκάκη, Δημοσιογράφος

 Η Ελένη φοιτήτρια. Η Ελένη πωλήτρια. Η Ελένη νοσηλεύτρια. Η Ελένη δικηγόρος. Η Ελένη καθαρίστρια. Η Ελένη της διπλανής πόρτας. Η Ελένη του «όχι».

Ένα «όχι» που πλήρωσε με τη ζωή της. Ένα «όχι» που ακούστηκε από χιλιάδες στόματα, αλλά κανείς δεν υπολόγισε ποτέ. Ένα «όχι» που οι μάγκες άντρες παραφράζουν σε «ναι». Και η κοινωνία ολόκληρη το «ναι» ακούει, σαν αιμοβόρο θηρίο έτοιμο να κατασπαράξει την κάθε Ελένη που λέει «όχι», που δεν θέλει, που δεν της αρέσει.

Το θύμα γίνεται θύτης και φταίει ακόμα και για το «όχι». Τι θα πει «όχι», αφού πήγε εκεί που πήγε. Και καλά αυτοί ήταν κακά παιδιά. Εκείνη που ήταν καλό παιδί τι δουλειά είχε να πάει; Δεν πονηρεύτηκε; Δεν υποψιάστηκε; Δεν κατάλαβε τις προθέσεις τους; Τα ήθελε και τα έπαθε. Ας πρόσεχε. Και βιασμένη και δολοφονημένη και τσούλα.

Εκεί καταλήγει ο βαθυστόχαστος συλλογισμός της αξιοπρεπούς κοινωνίας μας. Μιας κοινωνίας σάπιας που ψάχνει να βρωμίσει και να διαστρεβλώσει τα πάντα. Μιας «λαθρολάγνας» κοινωνίας, που τον βιασμό τον βλέπει ως συναίνεση και τον φόνο ως τιμωρία. Μιας κοινωνίας που σπρώχνει και τσακίζει ηδονικά την κάθε Ελένη στα βράχια.

Η Ελένη πεθαίνει κάθε μέρα. Απολογείται για το ντύσιμο της, για τη συμπεριφορά της, ακόμα και για τα γούστα της. Αμφισβητείται συνεχώς και φέρει από μια στάμπα. Της εύκολης, της ξεδιάντροπης, της ξελογιάστρας, της ξετσίπωτης. Η Ελένη πεθαίνει κάθε μέρα μέσα από το στόμα της κοινής γνώμης. Ψάχνει να κρύψει την ντροπή της, μέσα στους εφιάλτες της.

Ήταν καλή κοπέλα. Ήταν καλή μαθήτρια. Ήταν φρόνιμο κορίτσι. Ήταν κόρη καλής οικογενείας. Ήταν αυτή που τόλμησε να πει «όχι» στις αρρωστημένες ορέξεις των βιαστών και δολοφόνων της. Ήταν το δικό σου παιδί, το δικό μου, του κόσμου όλου. Γεμάτη ζωή και όνειρα, προβληματισμούς και ενοχές, πρέπει και δεν πρέπει.  Ήταν νέα και φοβισμένη κι όμως τόσο θαρραλέα που πάλεψε να διεκδικήσει το θέλω και το δεν θέλω της μέχρι την τελευταία της πνοή.

«…κι εσύ Ελένη και κάθε Ελένη της επαρχίας, της Αθήνας κοιμωμένη…», παλεύεις διαρκώς με ένα «όχι» άρρηκτα δεμένο με το θάνατο…