“Μισά-Μισά”


«Όταν πίκρα, αναμνήσεις, κληρονομιά, ενοχές κι ένα δολοφονικό σχέδιο πρέπει να μοιραστούν ακριβώς στη μέση, τότε…
“ΜΙΣΑ-ΜΙΣΑ”»

ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΟΔΩΡΑ ΔΕΔΕ


   Τζόρντι Σάντσεθ και Πεπ Άντον Γκόμεθ (συγγραφείς)


Μπορεί οι Καταλανοί συγγραφείς, Τζόρντι Σάντσεθ και Πεπ Άντον Γκόμεθ, να έγραψαν, το 2002, το πρώτο τους θεατρικό, ‘’Μισά-μισά’’, αλλά, όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν, ‘’για λόγους, που μόνο η ζωή ξέρει’’, υπήρξε μια 10ετής … καθυστέρηση, ώσπου να το χαρούν με ‘’θεατρική σάρκα’’ και ‘’υποκριτικά οστά’’ και, αφού παίχθηκε στην Ισπανία, μετά, το γνώρισε και ο υπόλοιπος κόσμος. Και, μάλιστα, πολύ διαφορετικό από την πρώτη του εκδοχή! Ευτυχώς, που οι συγγραφείς είχαν τελειώσει το έργο, γιατί, όταν, εκ των υστέρων, τους ρώτησαν, πώς θα περιέγραφε καθένας, με τη φυσική της υπόσταση την ‘’άφαντη’’ και ιδιαιτέρως ‘’κουδουνάτη’’ μαμά του έργου, είχαν τελείως διαφορετικές περιγραφές να δώσουν… Κι όμως, αυτοί οι δύο άνθρωποι, έγραψαν ένα έργο από κοινού -υπήρξε και μακρά συνέχεια – χωρίς να… σκοτωθούν. Ίσα-ίσα, που η συγγραφική τους συνύπαρξη ήταν άκρως διασκεδαστική, πρώτα, για τους ίδιους!…

Με αφορμή το έργο τους, ‘’Μισά-μισά’’, εύχομαι, κάποτε, να ξεπεραστεί ο φόβος του θεατρικού κοινού για τα μονοπρόσωπα / διπρόσωπα ή τα μικρών χώρων -αν κι αυτό σε κάποια έργα είναι ιδιαίτερα βοηθητικό,ως προς την επικουρική απόδοση της θεατρικής ατμόσφαιρας – θεατρικά έργα• τα έργα, τα χωρίς ακριβοστόλιστα, περίτεχνα, σκηνογραφικά ‘’βοηθήματα’’, στα οποία, όμως, δεν λείπουν τα ευρήματα – τρικ… Πολύ περισσότερο σ’ αυτά, οι ηθοποιοί είναι οι ίδιοι τα ‘’ευρήματα’’, είναι οι ίδιοι τα ‘’τρικ’’… Παρότι εκτεθειμένοι μόνοι, σε μια σχεδόν απογυμνωμένη σκηνή – και, μάλιστα, σε απόσταση αναπνοής από τις αναπνοές των θεατών – πρέπει ν’ αποδείξουν ότι οι ίδιοι είναι η ‘’υπερπαραγωγή’’! Οπότε τι να τα κάνεις τα σκηνικά…εκθέματα; Απέριττα ευρήματα – συμβολισμοί, σκηνοθεσία και σκηνογραφία λιτές, αλλά όλο νόημα και ουσία…


Γιάννος Περλέγκας (σκηνοθέτης)


Στο ‘’Μισά-μισά’’, λοιπόν, δύο ετεροθαλή αδέλφια, ο Χουάν γύρω στα 50, με μια γυναίκα κτητική έως…’’τανάλια’’, μια επιχείρηση που βουλιάζει κι ο Καρλίτος, δάσκαλος, στα 42, που έχει αναλάβει τη φροντίδα της μητέρας τους, χτυπάνε συναγερμό για τον τρόπο ζωής τους…Ο σκηνοθέτης, Γ. Περλέγκας, αναφέρει ότι «τα δύο αδέλφια παλινδρομούν ανάμεσα στο μίσος και την αγάπη για την κατάκοιτη μητέρα τους – κι ενδεχομένως για μια μεγαλύτερη μητέρα, την Πατρίδα – είτε επειδή νοιώθουν ότι τους εγκατέλειψε, είτε επειδή νοιώθουν ότι αναγκάζονται ν’ αναλάβουν το βάρος της -‘’αιώνιας;’’ λέω εγώ- φροντίδας της»…Ενας άξιος σκηνοθέτης, που δείχνει τη φαντασία και τη δημιουργική του επινόηση, έχοντας γεννήσει το ‘’κάτι !’’, που, σε συνδυασμό με τις άξια μουσκεμένες στολές των δύο ‘’ταυρομάχων’’ ηθοποιών (Θ. Δήμου και Θ. Τοκάκη), σε κάνουν να ζεις την κωμωδία στο απόλυτα ταιριαστό μαύρο φόντο της!…

Στα δύσκολα και οι δυο γιοι, με λίγες καταθέσεις, ένα σπίτι που πρέπει να πουληθεί το γρηγορότερο, βιώνουν μιαν αξημέρωτη νύχτα,σε ένα δραματικό πινγκ-πονγκ πικρών εξομολογήσεων. Διαπιστώνουν ότι η μητέρα τους –παρούσα μέσα από ένα κουδούνι, που κάθε τόσο, εκνευριστικώς επιτακτικά, χτυπάει απ’ το δωμάτιό της – μπορεί και, πάλι, να την…γλυτώσει! Αρχίζουν να σκέφτονται ιδέες, για να τη ‘’βοηθήσουν’’, δίνοντάς της έτοιμο το… φινάλε!…

Η νύχτα γεμίζει πικρά μυστικάΜέσα απ’ αυτή τη μαύρη κωμωδία- φάρσα, τα δύο ετεροθαλή  αδέρφια, στην εποχή της κρίσης, περνούν μία τρελή βραδιά, κατά την οποία όλα πρέπει να είναι μοιρασμένα δια του δύο: τύψεις, ενοχές, μυστικά, απονενοημένα διαβήματα, σιωπές, αποκαλύψεις, μητρική κληρονομιά… Όλα πρέπει να κοπούν στα δύο, γι’ αυτούς τους δύο τόσο διαφορετικούς, μα και τόσο ίδιους άνδρες!… Αυτά τα παιδιά τα θέλουν όλα ή, μάλλον, ‘’μισά-μισά’’, γιατί, όταν έπρεπε, δεν είχαν ούτε τη μισή υγιή, μητρική αγάπη και φροντίδα…

Αναδεικνύονται οι αδελφικές σχέσεις:

’27 χρόνια δεν βρήκε την ευκαιρία η γυναίκα σου να με καλέσει για φαγητό!’’  λέει ο Καρλίτος, μ΄ ένα, επί τέλους, εκρηκτικό παράπονο προς τον Χουάν. Άλλη μια ανθρωποφαγική σχέση, κατά την οποίαλεκτικές σφαίρεςεκπυρσοκροτούν στην ατμόσφαιρα… Διαπιστώσεις για τα τραγικά αποξενωμένα αδέλφια, εξ αιτίας της νύφης – μιας γυναίκας, την οποία σκιά-ζεται (σκέτη σκιά του!) απολύτως ο άντρας της, ο Χουάν, που ορίζει τη σχέση των δύο αδελφών, αφού ο άντρας της, ο Χουάν, είναι άβουλος και υποχείριό της κι ο αδελφός του, ο Καρλίτος, είναι, μια ζωή, υποχωρητικός και υπομένων τις υποχρεώσεις του μόνον αυτός, ως παιδί απέναντι στη μητέρα του…

Και ο Χουάν πετάει στο δόξα πατρί του Καρλίτος: ‘’Χωρίς το εγκεφαλικό της μαμάς, η ζωή θα ήταν σκέτη πλήξη’’…

Τραγικές συνειδητοποιήσεις: ‘’Εγώ είχα τη μαμά, εσύ τη γυναίκα σου, δεν ξέρω τι είναι χειρότερο… Ο καθένας με τον σταυρό του’’!…Μια τραγική διαπίστωση του Καρλίτος, σαν τώρα μόλις να έχει καταλάβει, πού έχουν μπλέξει και οι δύο!…


Θάνος Τοκάκης (Χουάν), Θανάσης Δήμου (Καρλίτος)

Κουβέντα με την κουβέντα, αποκαλύπτονται οι όχι και τόσο αθώες συμπεριφορές των δύο παιδιών προς τη μητέρα τους…Ο ένας, κάποιες φορές, δεν της δίνει τα φάρμακα, ‘’τα ξεχνάει’’, λέει, ο άλλος δε, όταν έβγαιναν έξω, της παράγγελνε σκουμπρί – στο οποίο είναι … αλλεργική! Και οι ενοχές ξεπροβάλλουν με έντονη, πια, την παρουσία τους, σαν να μπορούν να ξεπλύνουν το ‘’αμάρτημα’’!… ‘’Εγώ είμαι καλός άνθρωπος… Εσύ της έχεις ανοίξει, ήδη, τον δρόμο προς τον ουρανό!’’ ισχυρίζεται ο Χουάν, που, όμως, είναι εκείνος, που πρώτος σπέρνει την ιδέα του ‘’πρόωρου’’ τέλους της μαμάς!…

Λόγια ανείπωτα, σκέψεις φαρμακερές, ιδέες δύστοκες, που, όμως ξεγεννιούνται από το στόμα του Καρλίτος – που φροντίζει τη μητέρα του, σε σημείο να μην το πιστεύει, ούτε ο ίδιος ότι τα εκστομίζει, σαν να είναι διχασμένος: ‘’Συγγνώμη που ζητάω να πάει στον ουρανό η μαμά και να περνάει, εκεί, καλά’’!…

Και, εν τέλει, η διαπίστωση από τον Καρλίτος: ‘’Η μαμά είναι πηγάδι χωρίς πάτο…Είναι όλο ανάγκες’’

Ακόμη πιο αδίστακτος ο Χουάν, ρίχνει την ιδέα της ‘’βοήθειας’’ προς τη μαμά, ώστε να βρεθεί πιο γρήγορα στον ουρανό, για να μη παιδεύεται κανείς τους, πια και να κάνουν κι εκείνοι τα σχέδιά τους πραγματικότητα, μέσω της κληρονομιάς.

Χουάν: ‘’Η μαμά πρέπει να πεθάνει τώρα, αμέσως’’!

Καρλίτος:«Εγώ νομίζω ότι η μαμά δεν θα πεθάνει ποτέ… Μου είπε η μαμά: ‘’Εγώ σε έκανα, για να με προσέχεις’’»!

’Η αρρώστεια της μαμάς είναι η κακία της’’, τολμά να διαπιστώσει ο Χουάν!…

 ‘’Η μαμά έχει πολύ θυμό μέσα της… Δεν μου αρέσουν οι θυμωμένοι άνθρωποι, γιατί δεν ξέρεις τι θα κάνουν…Όταν θα φύγει η κακία της, την ώρα που θα πεθάνει, δεν θα την αναγνωρίσουμε’’… Μα, τι απίστευτη ατάκα του Καρλίτος!…

Τρελές εναλλαγές συναισθημάτων, καταστάσεων, ανατροπών…Ανθρωποφαγικές οι ανάγκες και οι πιέσεις, που υφίστανται τα δύο αδέλφια… Ανθρωποφαγικές φιγούρες και οι ίδιοι, μεταξύ τους, αλλά ανθρωποφαγική και η βαθύτερη επιθυμία τους απέναντι στη μητέρα τους, που τους έμαθε καλά τους ρόλους, όντας εκείνη,πρώτα, ‘’ανθρωποφαγική’’ και με τους δύο τους. Δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο,ένα φαύλο αρρωστημένο κρεβάτι, έτοιμο να εκμεταλλευθεί και να κατασπαράξει τα ίδια της τα παιδιά… Το κρεβάτι της δεν είναι παρά ένα πηγάδι-χοάνη, που καταπίνει τους γιους της… Τα παιδιά σ’ ένα γύρο θανάτου, που κάνει κύκλους γύρω από την πρωταρχική αιτία – τη διαπαιδαγώγηση και τις επιπτώσεις αυτής, όταν ο γονιός δεν είναι έτοιμος, για ν’ αναλάβει τον ύψιστο ρόλο του… Μια μητέρα γεμάτη απωθημένα, με τα οποία σημάδεψε τα παιδιά της, φτάνοντας να ντύνει το ένα αγόρι της (Καρλίτος) τα πρώτα παιδικά του χρόνια … κοριτσάκι, δίνοντάς του, μάλιστα και ‘’ρόλο’’, όταν έπρεπε να λογοδοτήσει για το οικογενειακό φωτογραφικό άλμπουμ, όταν μεγάλωσαν τα παιδιά κι έτσι γεννήθηκε η…‘’ξαδερφούλα Μαριμπέλ’’!… Το ανύπαρκτο κοριτσάκι… φάντασμα!

Ενα πηγάδι – κρεβάτι για μια ανεπαρκή μητέρα, που κρεσσεντάρει τις ανάγκες, τις αδυναμίες, τις σκοτεινές πλευρές… Τις δικές της και των παιδιών της… Μία αδηφάγα κυκλική καταβόθρα, που βγάζει τα πιο πικρόχολα αισθήματα, που καταλήγουν σε ένα οδυνηρό μπούμερανγκ. Ένα κρεβάτι – πηγάδι, στο οποίο κινδυνεύουν να πνιγούν ένας – ένας, ώσπου να αποκαλύψουν, με τις πραγματικές – γεμάτες καρφιά- κουβέντες τους, πικρές αλήθειες, που κρύβονταν καλά για χρόνια!… Ανηλεής γύρος θανάτου πάνω στο γείσο του πηγαδιού-κρεβατιού τής  σχεδόν κατάκοιτης μητέρας…

Δύο ταυρομάχοι γίνονται, επί σκηνής, τα δύο αδέλφια, σαν έτοιμα από καιρό, πια, να τα βάλουν με τον ‘’ταύρο’’ της ζωής τους, να τον πιάσουν απ’ τα κέρατα… Μήπως προσπαθούν να πιάσουν την ίδια τους τη ζωή απ‘ τα κέρατα; Αυτήν, που θα ήθελε καθένας τους να ζήσει: ο Καρλίτος, που φροντίζει τη μητέρα τους, ονειρεύεται ένα ταξίδι ηρεμίας και γαλήνης ψυχής και ο Χουάν να ξεχρεώσει τα υπέρογκα δάνειά του και να ησυχάσει από τη γυναίκα του-μέγκενη… Μήπως η ζωή τούς πιάνει από τα δικά τους κέρατα;

Ενας κύκλος – φαύλος, ένα πηγάδι – μαγγανοπήγαδο ρουτίνας, κούρασης, χρεών, στο οποίο κινδυνεύουν να πέσουν μέσα οι ίδιοι αλληλοαφανιζόμενοι, όπως κάνουν στον γύρο του θανάτου οι μηχανές, που προσπαθούν να τρελάνουν τον κύκλο, να νικήσουν τη μονοτονία, την επαναληπτικότητα, το δεδομένο: τη βαρύτητα της ζωής!… Τα ‘’βαρίδια’’ της ζωής!…Την καταστροφή!…

Γύρω από την … ανήμπορη μάνα, καταδικάζουμε, κάποιες φορές, σκληρά τα ασεβή παιδιά της… Αλλά, μήπως, εκείνη μπορεί να τα κεράσει ακόμη μία…πίκρα; Ακόμη κι από εκεί, όπου βρίσκεται; Οι γιοι, εν τω μεταξύ, δίνουν υπεράνθρωπες μάχες ηθικής, ήθους, ουμανισμού, φιλαδέλφειας… Να τα βρουν κάπου μέσα τους, να τα ξεθάψουν… Όμως, εν τω μεταξύ, μάχες δίνονται… Μάχες, που έχουν αφετηρία τις νοσηρές κοινωνικές συνθήκες, αλλά και τις κάκιστες, αφρόντιστες ενδοοικογενειακές σχέσεις, έδωσαν έμπνευση στους δύο Ισπανούς συγγραφείς. Αλλά είναι, τελικά, τόσο εύκολο να γράψεις εσύ το τέλος;… Η ανελέητη νύχτα τελειώνει και το πρώτο φως της μέρας, τους βρίσκει άπραγους, αλλά η ζωή είναι, πάντα, τόσο απροσδόκητη… Γιατί…

(Τα τραγούδια ‘’No pasaran’’ -ένα καθαρά αντιφασιστικό τραγούδι, δηλωτικό τού «δεν θα περάσει κάθε είδους‘’φασισμός’’»: μητριαρχικός, αδελφικός, εκφοβιστικός, πολιτικός, οικονομικός…- αλλά και το‘’Hotel California’’ -εκεί όπου όλοι είναι φυλακισμένοι,εξ αιτίας της δικής τους τακτικής- εξαιρετικές επιλογές, που συμπληρώνουν τα ελάχιστα εμβόλιμα ‘’στολίδια’’)…

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ
Σκηνοθεσία: Γιάννος Περλέγκας
Σκηνικά/κοστούμια: Λουκία Χουλιάρα και Γεωργία Μπούρα
Κίνηση: Δήμητρα Ευθυμιοπούλου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασσόπουλος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μάγδα Καυκούλα

Ερμηνεύουν: Θανάσης Δήμου, Θάνος Τοκάκης

Συγγραφείς: Τζόρντι Σάντσεθ και Πεπ Άντον Γκόμεθ

Τοποθεσία:Θέατρο Γκλόρια Μικρό, Ιπποκράτους 7, Αθήνα – Παραστάσεις μέχρι την Κυριακή των Βαΐων