Ο συγγραφέας Κ. Ιωακειμίδης στο Solybar, στην Παραλία Πηγαδάκια στο Χαλκούτσι

Γράφει η Σοφία Μπασκάκη, δημοσιογράφος

Φιλόδοξος, δημιουργικός, πιστός, ενθουσιώδης ακόμα και με τα πιο απλά πράγματα, ξεκίνησε να μαγεύει από την πρώτη μέρα της ζωής του. Παρατηρεί τους γύρω του, δεν χάνει χρόνο, αντλώντας από αυτούς και μέσα από την ιστορία τους, συναισθήματα και αισθήματα, όπου τον βοηθούν να δημιουργήσει τα πνευματικά «παιδιά» του, που δεν είναι άλλα από τα βιβλία του.

Ο λόγος για τον συγγραφέα και ηθοποιό Κωνσταντίνο Ιωακειμίδη, που από την τέχνη της υποκριτικής προχώρησε στα μοναχικά μονοπάτια της συγγραφής, που λειτουργεί για εκείνον ως ψυχοθεραπεία, όπως λέει. Αυτός, ένα πακέτο τσιγάρα, ένας μισοτελειωμένος καφές και οι σκέψεις του…

Τη Δευτέρα και την Τρίτη 16 και 17 Αυγούστου, ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Ιωακειμίδης φιλοξενήθηκε στον όμορφο χώρο του beach bar-café-restaurant Solybar, την Παραλία Πηγαδάκια στο Χαλκούτσι, όπου υπέγραψε τα βιβλία του. Μέρος των εσόδων θα δοθεί για τους πυρόπληκτους.

Ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Ιωακειμίδης με την εκδότρια και δημοσιογράφο της “Άποψη τώρ@” Σοφία Μπασκάκη

Λίγα λόγια με πολλή εκτίμηση για τον Κωνσταντίνο Ιωακειμίδη

Γεννημένος τον Οκτώβριο του 1981, μεγάλωσε σε μια πολύ δεμένη και αγαπημένη οικογένεια. Οι γονείς και τα 5 αδέλφια του είναι μέχρι και σήμερα το στήριγμα του, δίνοντας του αγάπη σε κάθε του βήμα.

Σε ηλικία 8 ετών, ο Κωνσταντίνος, ανέβασε την πρώτη του επιθεώρηση στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας του, η οποία ήταν η πρώτη προσωπική του έκφραση. Στη συνέχεια συμμετείχε σε σχολικές παραστάσεις και γιορτές. Ο χρόνος καθώς κυλούσε, πρόσφερε στον Κωνσταντίνο μια μοναδική εμπειρία που του χάρισε δύναμη, ώστε να συνεχίσει πεισματικά για να κερδίσει αυτό που αγαπά.

Σπούδασε υποκριτική στον Ίασμο και συμμετείχε στο σήριαλ «Οι στάβλοι της Εριέτας Ζαΐμη», όπως και ως βοηθός σκηνοθέτη στις «Πρακτόρισσες» σε σκηνοθεσία Αυγουστίνου Ρεμούνδου. Στην πορεία εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου απέκτησε μόνιμη στήλη στην εφημερίδα «Εγνατία». Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ξεκίνησε να γράφει τους «Μονολόγους» στην CityUncovered.

Με σύμμαχο την ωριμότητα και τη βαθιά αυτογνωσία, άλλαξε σελίδα στη ζωή του γράφοντας το πρώτο του βιβλίο «Το Τελευταίο Botox», από τις εκδόσεις «Παρουσία», το οποίο ανέβηκε σαν θεατρικό έργο, με την υποστήριξη φίλων, σε ένα μπαρ στου Ψειρή. Το έργο αγαπήθηκε και οι παραστάσεις κράτησαν περίπου δυο καλοκαιρινούς μήνες, αν και ο χώρος ήταν κλειστός.

Ο Κωνσταντίνος στο χώρο του θεάτρου έχει γράψει 4 κωμωδίες: «Το τελευταίο Botox», «Τρεις τρεις Εννιά», «Δεν είμαι εγώ η Σταχτοπούτα» και «Diva».

Συνέχισε τη συγγραφική του πορεία με το «Ερμή… μη!» από τις εκδόσεις «Όστρια» και αργότερα από τις Εκδόσεις «Ινφογνώμων», στο οποίο περιγράφει την ζωή ενός μικροκαμωμένου κουταβιού, τους 2 πρώτους μήνες της ζωής του.

Ακολούθησε το «Φόνοι στην Κρυστάλλη», μια άκρως σουρεαλιστική ιστορία που ακροβατεί ανάμεσα στη λογική και στη φαντασία, από τον εκδοτικό οίκο «Ινφογνώμων» και αργότερα από τις εκδόσεις «Πνοή».

Η «Γριά βαλίτσα» και «Η φωνή μέσα μου», σχεδόν αυτοβιογραφικά, δείχνουν πως ο Κωνσταντίνος δεν φοβάται να αγγίξει και να φανερώσει τις πιο ενδόμυχες σκέψεις της ψυχής του, δαίμονες που πολλοί κουβαλάμε.

«Το Αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει» εκδόθηκε και διανέμεται σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία, εν μέσω μιας δύσκολης χρονιάς.

Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Κωνσταντίνος, συνεχίζει να στοχεύει ψηλά, να γράφει μέσα από την ψυχή του, να μας μιλάει με τα δικά του μάτια δίνοντας φωνή στα λόγια μας. Στις ιστορίες μας.

«Μικρός κοιτούσα τον ήλιο και φτερνιζόμουν. Μύριζα τα ανθισμένα λουλούδια και ζωγράφιζα τοπία με τα δικά μου χρώματα. Αυτά τα χιλιάδες χρώματα στης ζωής μου την παλέτα ανακατεμένα. Οι άλλοι μεγάλωναν. Εγώ αρνιόμουν πεισματικά. Οι άλλοι κάνανε οικογένειες. Φτιάξανε σπίτια. Εγώ μόνος. Όχι ακριβώς μόνος. Να μην λέω ψέματα.

Έχω δυο υπέροχους γονείς και πέντε αδέρφια. Έχω αληθινούς φίλους και κολλητούς.

Όλοι αυτοί με βοηθούν να φτάσω πιο κοντά στο όνειρό μου. Στο πιο ψηλό αστέρι. Να το αγγίξω και μαζί του να κάνω μια ευχή. Πάντα την ίδια ευχή. Όλα αυτά τα χρόνια. Και είναι πολλά. Σχεδόν σαράντα χρόνια. Δεν πειράζει. Θα περιμένω. Δεν μεγάλωσα ακόμα.»