«Πήρα το παιδί μου από το σπίτι, έφυγα με 20 ευρώ στην τσέπη και ξανάφτιαξα τη ζωή μου»

Μητέρα πήρε το παιδί της και έφυγε για να σωθεί από τον άντρα και πατέρα του παιδιού που τους φερόταν βίαια. Η ιστορία της μητέρας είναι η εξής : “με λένε Χρύσα είμαι 31 ετών και μαμά ενός κούκλου 5 χρονών. Έφυγα στα 20 μου για να ακολουθήσω τον εpωτα της ζωής μου σε ένα νησί.

Η διάφορα μας ήταν 15 χρόνια. Εγώ τυφλή από αγάπη εγκατέλειψα τα πάντα, πίστευα ότι η ζωή μου ήταν εκείνος και μόνο εκείνος όμως δυστυχώς όλα άλλαξαν. Όλα.

Στα πέντε χρόνια σχέσης αποκτήσαμε τον μικρο μας. Η χαρά μου ήταν μεγάλη , απερίγραπτη , ήξερα όμως ότι είχα κάνει λάθος. Η βία ήταν μέρος της καθημερινότητας. Ακόμα και όταν ήμουν έγκυος. Οι καταστάσεις που ζούσα με ξεπερνούσαν. Ένιωθα καθημερινά να καταρρέω μόνη ολομόναχη και σε έναν τόπο που ποτέ δεν αγάπησα, που ποτέ δεν ένιωσα κομμάτι του.

Ένα «δεν», ένα «όχι» και ένα «γιατί» ήταν η συντροφιά μου. Σκέφτηκα να κάνω υπομονή για το παιδί για να έχει και τους δυο γονείς κοντά του όμως… εγώ;

Που ήμουν εγώ; Δέκα χρόνια γέρασα, μαύρισα. Ξύλο, φτώχεια, βρίσιμο,και κλάμα… Ζητούσα βοήθεια από την μάνα μου και μου απαντούσε «Εσύ το διάλεξες». Χωρίς λεφτά, χωρίς βοήθεια, ένα πρωινό που έλειπε στην δουλειά, βούτηξα κυριολεκτικά το παιδί μου και έφυγα”.

Μητέρα: Μπήκα στο καράβι και έφυγα

Μπήκα στο καράβι και έφυγα, όλα μου τα λεφτά 20 ευρώ! Ο μικρός με ρώταγε «μανούλα που πάμε;» κι εγώ απλά τον κοίταζα σαν χαμένη.

Τότε σκέφτηκα ότι είχα αποτύχει. Έφτασα στον Πειραιά και έβλεπα τον κόσμο. Από την μια χαιρόμουν και από την άλλη έκλαιγα.

Πήρα του παιδιού μου να φάει και αρχίσαμε να περπατάμε. Φτάσαμε στο σπίτι μου το πατρικό. Εκεί που μεγάλωσα όμως δεν μου ανήκε πια. Ένιωθα ασφαλής κατά ένα περίεργο τρόπο.

Κανείς δεν θα μας χτύπαγε ούτε θα μας φώναζε πια.  Είπα στον μικρο ότι είναι περιπέτεια. Ότι είναι παιχνίδι. Άσχετα αν τα μάτια μου έλεγαν άλλα.

Την άλλη μέρα αποφάσισα να αφήσω το παιδί σε γνωστό ίδρυμα μέχρι να δω τι θα κάνω.

Ήμουν μισή αλλά ήταν ασφαλής έτσι. Ήξερα ότι ο δαίμονας θα με έψαχνε αλλά κάτι μέσα μου, μου έλεγε μπορείς μην σταματάς ότι και να γίνει!

Έψαχνα δέκα μέρες συνεχόμενα ασταμάτητα μέχρι που βρήκα δουλειά 490 ο μισθός 10 ώρες δούλεψα ένα μήνα και νοίκιασα ένα σπίτι 20 τ.μ 120 ευρώ το ενοίκιο.

Έπειτα ο δρόμος άνοιξε και βρήκα καλύτερη δουλειά. Πρόσεχα μια γιαγιά, ο μισθός ανέβηκε και η κυρία Άννα με αγάπησε και με βοήθησε.

Μέσα σε ένα χρόνο πήγα σε ένα όμορφο σπιτάκι, μικρο αλλά όμορφο, κάνω δυο δουλειές και ο μικρός μου χαμογελάει.

Πρόσφατα έκανα αίτηση διαζυγίου και ευτυχώς ο τύραννος δέχτηκε. Αφού φυσικά με κυνήγησε ανελέητα!

Τώρα στο μόνο που δεν συγχωρώ τον εαυτό μου είναι ότι βασάνισα το αγόρι μου. Δεν ξέρω αν θα μας συγχωρέσει που πέρασε όλα αυτά αλλά ο,τι έκανα ήταν και είναι για εκείνον. Για να μεγαλώσει και να γίνει ένας σωστός άντρας, σύζυγος και πατέρας. Μακάρι μια μέρα να καταλάβει”.