”Ταξίδια μαξιλαρένια”

Από τη Θεοδώρα Δέδε

 

Έβγαλε όλη τη ζωή του στο κρεβάτι…

Όχι από ανημπόρια,

ούτε από πόνους,

μηδέ από οκνηρία…

Χανόταν, ατελείωτα, στις απίστευτες διαδρομές του ύπνου

και ξύπναγε για δευτερόλεπτα…

Δεν θα επαραιτείτο…

Μέχρι να ξυπνήσει στην πραγματικότητα, που ήθελε…

Στην πραγματικότητα ενός παρελθόντος…

Ήταν επόμενο πως δεν θα σηκωνόταν, ποτέ,

από τη σκέψη των φευγάτων αναμνήσεων…

Αφού αυτές σε τραβάνε μαζί τους,

σαν κινούμενη άμμος

και θες βίντσι μεγατόνων,

για να σε σηκώσει…

Απ’ τ’ όνειρο θα ξύπναγε,

μόνο αν έβρισκε -όταν άνοιγε τα βλέφαρα-

την ονειρεμένη πραγματικότητα ενός παιδιού…

Μα, πάλι, διαβάζοντας στην ταυτότητα την ημερομηνία γέννησής του

-για τέτοια αποπραγμάτωση μιλάμε….-

θα ήξερε πως η πραγματικότητα αυτή δεν ήταν δική του,

δεν του ανήκε, πια

και θα επέστρεφε στο ατέλειωτα νοσταλγικό ταξίδι τού μαξιλαριού,

παραγεμισμένο με πούπουλα παρελθόντος…

Γι’ αυτό, όποτε ξύπναγε

– αναγκαζόμενος να επιστρέψει, εντελώς ακούσια,

στον πλανήτη ”της λογικής των πραγμάτων τού τώρα” –

απ’ το βάρος τής πραγματικότητάς του,

χτύπαγε το πουπουλένιο μαξιλάρι,

που τον ξανακαλούσε για άλλον έναν υπνικό γύρο στο ακοίμητο παρελθόν,

υποτάσσοντάς τον στον μελωμένο, έως κολλώδη, φαύλο κύκλο του…

Μέχρι που σκέφτηκε ο ίδιος να γεμίσει με σιδερικά τα σωθικά τού μαξιλαριού,

ώστε να τον απωθήσει και ποτέ να μην το αποζητήσει…

Αλλά ακόμη κι έτσι,

επιστρέφοντας στην, ασήκωτα, ελλειμματική πραγματικότητα,

βούλιαζε σε δαύτο, με τρελή αγωνία για το επόμενο επιθυμητό,

επιτηδευμένο, φτιαχτής αναζήτησης, όνειρο…

Κι ό,τι δεν έβρισκε, πια, στην πραγματικότητα,

το ζητούσε, απεγνωσμένα στον ονειρικό κόσμο,

με την αέναη ελπίδα να καταφέρει να το…συλλάβει

και να το τραβήξει μαζί του,

να το σύρει, περνώντας

– σε απειροανύπαρκτα κλάσματα του δευτερολέπτου,

κυριολεκτικά, συλλαμβάνοντας το όνειρο στον…ύπνο!…-

στον κόσμο των ξύπνιων,

πριν αυτό εξατμιστεί,

πριν βγει κι εκείνος απ’ την ατμόσφαιρά του…

Σαν να μην αγαπούσε

και να μη θεωρούσε αξίζουσα την τωρινή πραγματικότητα…

Σαν όλα όσα θέλει ένας άνθρωπος να ήταν, ήδη, βιωμένα…

Για όλα τούτα, δεν σηκωνόταν

απ’ το, γλυκόπικρα, αποχαυνωτικό κρεβάτι,

μέχρι τ’ όνειρο να γίνει πραγματικότητα,

μέχρι να ταυτιστούν τούτα τα δυο,

μέχρι η πραγματικότητα να μη βγάζει από πάνω της το ρούχο του ονείρου,

μέχρι τ’ όνειρο να μην ξανακοιμηθεί

και μαξιλάρι να μην ξαναθελήσει,

αφού ένα με την πραγματικότητα θάχει γίνει…

Να μη χρειαστεί, στα σκεπάσματα, ο ίδιος τ’ όνειρό του να σκηνοθετεί,

αφού τ’ όνειρό του, έξω απ’ αυτά, θα το ζει…

Ήταν επόμενο πως δεν θα σηκωνόταν, ποτέ,

από τη σκέψη των φευγάτων, ακόρεστων αναμνήσεων…

Αφού δεν μπορεί να ξεγελάσει την πραγματικότητα,

ούτε τ’ όνειρο,

πετυχαίνοντας την απειρονανοελάχιστη χαραμάδα μετάβασης απ’ τόνα στο άλλο,

αφήνεται να τον ξεγελάει το μαξιλάρι…

Ή μήπως;;;…

Ή μήπως του εξομολογήθηκε τ’ όνειρο

πως δεν θέλει, παρά μόνο εκεί να ζει;;;…

Αλλά εμείς, οι ανίδεοι, πάντα, απορούμε,

όταν, μόλις, έχει αφιχθεί στην πραγματικότητα,

γιατί μας κοιτάει, απόκοσμα, χαρούμενος,

όπως όλοι οι αθώοι αναζητητές των έντονων ονειρικών αναβιώσεων,

που τους προστατεύει και τους περιβάλλει

ένα, έστω σύντομο, φτερωτό χαμόγελο,

που έρχεται από πολύ μακριά;;;…