Το Άγιον Πνεύμα και η ιστορική διαδρομή μέχρι το Σχίσμα με τη Δύση

Η  τρισυπόστατη  παρουσία του  Θεού αποτελεί το μέγα μυστήριο της Χριστιανικής πίστης. Η πεμπτουσία της δογματικής οντότητάς της  η οποία καθιστά την θρησκεία μας υπερκείμενη όλων των υπολοίπων.

Σήμερα, μέγιστη ημέρα της Ορθόδοξης Εκκλησίας,  γιορτάζουμε το Άγιο Πνεύμα.  Το άπειρον και δυσθεόρυτον  όπως λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός  καθώς  «΄Απειρον ούν  το Θείον και ακατάληπτον , και τούτο μόνο αυτού καταληπτόν,η απειρία κι η ακαταληψία» . Όπου το Θείον  δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε καθώς δεν αποτελείται από στπιχεία ,  δεν έχει διαστάσεις δεν  είναι σύνθετο , δεν έχει σώμα.

Η δογματική  οντότητα της εκκλησίας μας στηρίζεται στο  τρισυπόστατο που συνθέτουν  ο προαιώνιος Θεός  που στέλνει στη γη τον Υιό του τον μονογενή και βαπτίζεται στον Ιορδάνη ποταμό, από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, υπό  την παρουσία του Άγίου  Πνεύματος. Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, «Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον».

Αυτό το μέγα και ανεξήγητο θαύμα γιορτάζει σήμερα η εκκλησία μας  αμέσως μετά την Πεντηκοστή, όπου ο Κύριος με την παρουσία του σηματοδοτεί την έναρξη της πορείας των Αποστόλων στα έθνη για να κηρύξουν, με την  Χάρη του Αγίου Πνεύματος, τον Θείο Λόγο του.

Μια πορεία που συνεχίζεται ανά τους αιώνες από τους σύγχρονους ιεραποστόλους τη πίστης μας κάτω από αντίξοοες συνθήκες  στα πέρατα της οικουμένης.

Δυστυχώς στο διάβα των χρόνων η Εκκλησία του Χριστού κλονίστηκε όταν ορισμένοι, όπως ο Άρειος, επιχείρησαν να  δώσουν την δική τους δογκματική θεώρηση για την αλήθεια του Αγίου Πνεύματος.  Το ζήτημα αυτό έλυσε  η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος η οποία συνεκλήθη στην Νίκαια της Βιθυνίας, το έτος 325 μ.Χ. από τον Μέγα Κωνσταντίνο που καταδίκασε  τις  δοξασίες του Αρείου.

Βασική πρόταση του Αρείου ήταν ότι κάποτε δεν υπήρχε ο Υιός του Θεού. Έλεγε: «ην ποτέ ότε ουκ ην». Συνέπεια αυτής της απόψεώς του ήταν ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού κτίσθηκε από τον Πατέρα εν χρόνω, δηλαδή υπήρξε χρόνος κατά τον οποίον δεν υπήρχε ο Υιός του Θεού, άρα έθετε χρόνο μεταξύ του Πατρός και του Υιού∙ ότι ο Υιός δεν έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα, που σημαίνει ότι είναι τρεπτός∙ και ότι αγνοεί τον Πατέρα. Και κατά συνέπεια και το Άγιον Πνεύμα είναι κτίσμα που δημιουργήθηκε από τον Πατέρα διά του Υιού.

Αυτές οι αιρετικές απόψεις δημιούργησαν μεγάλη σύγχυση στο πλήρωμα της Εκκλησίας, γιατί οι πιστοί γνώριζαν από τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, που είδαν τον άσαρκο Λόγο, και τους Αποστόλους της Καινής Διαθήκης, που είδαν την θεότητα του Χριστού, είδαν το Φως του Θεού –όπως οι Μαθητές επάνω στο όρος Θαβώρ, αλλά και σε άλλα γεγονότα, ιδιαιτέρως δε στην Πεντηκοστή– ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός, γεννήθηκε από τον Πατέρα πριν από τους αιώνες, είναι Φως που προέρχεται από το Φως, και έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα και Αυτός γνωρίζει τον Πατέρα και Τον φανέρωσε στους ανθρώπους.

Έτσι  γράφεται στο Σύμβολο της Πίστεως ότι πιστεύουμε στον ένα Θεό, τον Πατέρα που είναι δημιουργός όλων των ορατών και των αοράτων, ώστε να αποκλεισθεί η άποψη ότι ο δημιουργός του κόσμου είναι ένας κατώτερος Θεός, όπως πίστευαν οι γνωστικοί φιλόσοφοι. Έπειτα, ομολογείται η θεότητα του Χριστού, που γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα και δεν υπάρχει χρόνος μεταξύ του Πατρός και του Υιού∙ ότι ο Χριστός είναι Φως όπως ο Πατήρ, είναι ομοούσιος με τον Πατέρα∙ και ότι ο Υιός του Θεού ενανθρώπησε για την σωτηρία μας. Επίσης, στο πρώτο αυτό Σύμβολο της Πίστεως γράφεται ότι πιστεύουμε και στο Άγιον Πνεύμα, και στο τέλος αναθεματίζονται όσοι διδάσκουν τα αντίθετα από αυτά. Το Σύμβολο αυτό ολοκληρώθηκε από την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο.

Η αλήθεια περί του Αγίου Πνεύματος υπήρξε μια από τις βασικές διαφορές μεταξύ των Ορθοδόξων και των Φραγκολατίνων, το λεγόμενο Filioque το οποίο οδήγησε και στο σχίσμα το 1054.

Το ζήτημα Filioque ήταν και είναι μια διαμάχη εντός της Εκκλησίας σε σχέση με το Άγιο Πνεύμα. Η ερώτηση είναι: «Από ποιον εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα, τον Θεό Πατέρα ή τον Θεό Πατέρα και τον Υιό;» Η λέξη Filioque στα Λατινικά σημαίνει «και ο Υιός». Ονομάζεται ζήτημα Φιλιόκβε γιατί η φράση «και ο Υιός» προστέθηκε στο Σύμβολο της Πίστης, δείχνοντας ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Θεό Πατέρα και «τον Υιό». Υπήρξε τόσο μεγάλη διαμάχη για αυτό το ζήτημα που τελικά οδήγησε στο Σχίσμα μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής και της Ορθοδόξου εκκλησίας το 1054 μ.Χ. Οι δύο εκκλησίες ακόμα δεν συμφωνούν για το ζήτημα Filioque.

Οι Φραγκολατίνοι προσέθεσαν στο Σύμβολο της Πίστεως την φράση αυτή, ότι δηλαδή το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιόν (Filioque), αλλοιώνοντας έτσι τον λόγο του Χριστού και την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, όπως εκφράσθηκε και Συνοδικά με την Β’ Οικουμενική Σύνοδο, αλλά και με άλλες Συνόδους. Στο σημείο αυτό επικεντρώθη η αντιαιρετική πολεμική πολλών Πατέρων, κυρίως εδώ να θυμίσουμε τους τρεις μεγάλους Φωστήρας, ήτοι τον Μέγα Φώτιο, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και τον άγιο Μάρκο Εφέσου, τον Ευγενικό. Ο μεγαλύτερος θεολόγος των παπικών, ο Θωμάς Ακινάτης, τον οποίον ονομάζουν «Doctor angelicus» (διδάσκαλο αγγελικό) υποστηρίζει αυτήν την αίρεση. Σε ένα σημείο της διδασκαλίας του γράφει: «Το άρα είναι αρχήν του αγίου Πνεύματος κοινόν εστι Πατρί και Υιώ». Και σε άλλο σημείο γράφει: «Ο Πατήρ και ο Υιός μία εστιν αρχή του αγίου Πνεύματος». Και προχωρεί: «Και εάν ελέγετο ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ μόνου του Πατρός, ο Υιός δεν θα απεκλείετο αυτής της εκπορεύσεως».

Το σχίσμα λοιπόν, μεταξύ των δύο Εκκλησιών έγινε από την αίρεση του Filioque, γι’ αυτό και ο Γεννάδιος Σχολάριος είπε: «το σχίσμα γέγονεν μάλιστα δια την εν τω Συμβόλω πρόσθεσιν και ότι καλώς απεστράφημεν τους Λατίνους δια την πρόσθεσιν αποστροφής ούσαν αξίαν». Και οι Πατέρες της Εκκλησίας ισχυρίζονται ότι είναι αδύνατη η επαναφορά του Παπισμού στην Ορθόδοξη Εκκλησία από την οποία διεσπάσθησαν, αν δεν αποσυρθεί η αίρεση του Filioque.

Σε κάθε περίπτωση η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει σταθερή οικουμενική άποψη για το Άγιο Πνεύμα όπως την διατύπωσαν  οι Άγιοι Πατέρες με βάση  τα ιερά κείμενα κατά τις Οκουμενικές Συνόδους.